HIV -AIDS Η άγνοια σκοτώνει

Στις 17-4-2018 ενημέρωση πραγματοποιήθηκε σε μερίδα μαθητών στο σχολείο μας στο θέμα του HIV και AIDS. Οι μαθητές ενημερώθηκαν από εξειδικευμένα άτομα του «Κέντρου Ζωής» μέσα από διαλογική παρουσίαση και συζήτηση μαζί τους στην αίθουσα εκδηλώσεων του Γυμνασίου.

Οι παρουσιαστές ανέπτυξαν ένα διάλογο με τα παιδιά θέτοντας ερωτήσεις και δημιουργώντας προβληματισμό και απορίες. Ζήτησαν την άποψή τους σε διάφορα θέματα και απάντησαν σε ερωτήσεις τους.

Το κείμενο που ακολουθεί προέρχεται από την ιστοσελίδα του φορέα της παρουσίασης και μπορείτε να πάτε εκεί για περισσότερες λεπτομέρειες καθώς και ενημερώσεις.

  • Ο HIV είναι ο ιός της ανθρώπινης ανοσοανεπάρκειας.
  • Εφόσον δε λαμβάνεται η κατάλληλη θεραπεία, ο HIV σταδιακά αποδυναμώνει το ανοσοποιητικό σύστημα του ανθρώπου, καθιστώντας τον ιδιαίτερα ευάλωτο σε διάφορες ασθένειες.
  • Ένας άνθρωπος που έχει προσβληθεί από τον HIV καλείται, συνήθως, «οροθετικός».

Ο HIV είναι ένας ιός, ένα από τα χιλιάδες γνωστά είδη ιών που υπάρχουν στο περιβάλλον μας. Έχει ονομαστεί «ιός της ανθρώπινης ανοσοανεπάρκειας» (HIV: Human Immunodeficiency Virus), διότι έχει την ικανότητα να προσβάλλει το ανοσοποιητικό σύστημα του ανθρώπου και, εφόσον δε λαμβάνεται η κατάλληλη θεραπεία, να προκαλεί την πολύ σοβαρή αποδυνάμωσή του, μια κατάσταση που καλείται «ανοσοανεπάρκεια». Το ανοσοποιητικό σύστημα είναι το σύνολο των βιολογικών δομών και μηχανισμών που διαθέτει ο ανθρώπινος οργανισμός, προκειμένου να αντιμετωπίζει τους διάφορους παθογόνους μικροοργανισμούς  με τους οποίους πολύ συχνά έρχεται σε επαφή (π.χ. βακτήρια, μύκητες, ιοί) και άλλες ασθένειες (π.χ. κακοήθεις όγκους). H εύρυθμη λειτουργία του, επομένως, είναι απολύτως αναγκαία για τη διατήρηση της υγείας μας. Οι άνθρωποι με εξασθενημένο ανοσοποιητικό σύστημα κινδυνεύουν να νοσήσουν από μια πληθώρα ασθενειών, οι οποίες, υπό κανονικές συνθήκες, δεν αποτελούν ιδιαίτερη απειλή για τον οργανισμό μας. Πιο συγκεκριμένα, οι άνθρωποι που έχουν προσβληθεί από τον ιό HIV, εάν δε λαμβάνουν θεραπεία, αναπτύσσουν μακροπρόθεσμα ένα ιδιαίτερα σοβαρό κλινικό σύνδρομο, το Σύνδρομο Επίκτητης Ανοσοανεπάρκειας (AIDS) (βλ. Τι είναι το AIDS;).

Όλοι οι ιοί, συμπεριλαμβανομένου και του HIV, μοιράζονται κάποια κοινά χαρακτηριστικά. Πρόκειται για μικροσκοπικούς οργανισμούς με εξαιρετικά απλή δομή και λειτουργία. Κατά κανόνα, αποτελούνται από έναν μικρό αριθμό γονιδίων (DNA ή RNA) και πρωτεϊνών, περιβαλλόμενα από μία προστατευτική μεμβράνη (βλ. Εικόνα 1), ενώ το μέγεθός τους κυμαίνεται κατά μέσο όρο από 20 έως 300nm. Ο σκοπός όλων των ιών είναι ένας και μοναδικός: η αναπαραγωγή κι ο πολλαπλασιασμός. Ωστόσο, οι ιοί δε διαθέτουν τους απαραίτητους βιολογικούς μηχανισμούς για την αναπαραγωγή τους. Έτσι, η επιβίωση και ο πολλαπλασιασμός τους εξαρτάται από την ικανότητα, που έχουν όλοι οι ιοί, να διεισδύουν σε κύτταρα άλλων και βιολογικά πιο σύνθετων οργανισμών (οι λεγόμενοι «ξενιστές») και να εκμεταλλεύονται τους αντιγραφικούς τους μηχανισμούς, αναγκάζοντας τα προσβεβλημένα κύτταρα να παράγουν τεράστιους αριθμούς ιικών αντιγράφων. Το αποτέλεσμα της διαδικασίας αυτής είναι αφενός η εξάπλωση του ιού στο σώμα του ξενιστή, αφετέρου η δυσλειτουργία ή και καταστροφή των προσβεβλημένων κυττάρων και ιστών και η εμφάνιση αντίστοιχων συμπτωμάτων ή συστηματικών ασθενειών («λοιμώξεις») [1].

Σχηματική απεικόνιση της δομής του HIV

Εικόνα 1. Σχηματική απεικόνιση της δομής του HIV

Ο HIV όπως φαίνεται στο ηλεκτρονικό μικροσκόπιο – (πηγή: https://www.fei.com/)

 

Συγκεκριμένα, ο HIV έχει την ικανότητα να προσβάλλει, μεταξύ άλλων, μια ιδιαίτερα σημαντική ομάδα κυττάρων του ανθρώπινου ανοσοποιητικού συστήματος, τα Τ4 βοηθητικά λεμφοκύτταρα (γνωστά και ως κύτταρα CD4+) (βλ. Εικόνα 2), τα οποία είναι απολύτως αναγκαία για την αποτελεσματική του λειτουργία και τη διατήρηση της υγείας μας. Το μακροπρόθεσμο αποτέλεσμα της χρόνιας λοίμωξης με τον HIV, εφόσον δε λαμβάνεται η κατάλληλη θεραπεία, είναι η σχεδόν ολοσχερής καταστροφή των Τ4 βοηθητικών λεμφοκυττάρων και, κατά συνέπεια, η πολύ σοβαρή αποδυνάμωση του ανοσοποιητικού συστήματος (ανοσοανεπάρκεια) (βλ. Με ποιον τρόπο ο HIV προσβάλλει το ανοσοποιητικό σύστημα;). Έτσι, το προσβεβλημένο από τον HIV άτομο καθίσταται τελικά ιδιαίτερα ευάλωτο σε ένα μεγάλο εύρος παθογόνων μικροοργανισμών και λοιπών νοσημάτων, τα οποία υπό φυσιολογικές συνθήκες θα μπορούσαν σχετικά εύκολα να αντιμετωπιστούν από τον οργανισμό μας, και είναι πολύ πιθανό να εμφανίσει διάφορες σοβαρές και απειλητικές για τη ζωή του ασθένειες. Όταν κάποια από αυτές εμφανιστεί, θεωρείται ότι το άτομο έχει AIDS (βλ. Τι είναι το AIDS;) [2].

Οι άνθρωποι που έχουν προσβληθεί από τον HIV καλούνται «οροθετικοί», επειδή η εξέταση για την παρουσία αντισωμάτων ή άλλων βιολογικών δεικτών του ιού στον ορό του αίματός τους είναι θετική (βλ. Η εξέταση για τον HIV). Αντίστοιχα, «οροαρνητικοί» καλούνται οι άνθρωποι που δεν έχουν εκτεθεί στον HIV και, άρα, η ίδια εξέταση είναι αρνητική.

 

Εικόνα 2. Προσβολή CD4+ κυττάρου από σωματίδια του HIV

Εικόνα 2. Προσβολή κυττάρου CD4+ κυττάρου από σωματίδια του HIV (πηγή: Darmouth College, Rippel Electron Microscope Facility, http://remf.dartmouth.edu/HIV_TEM/)

  • Το AIDS είναι το σύνδρομο της επίκτητης ανοσοανεπάρκειας και οφείλεται στον ιό HIV.
  • Το AIDS είναι το τελευταίο στάδιο εξέλιξης της λοίμωξης με τον HIV, όπου το ανοσοποιητικό σύστημα έχει αποδυναμωθεί σε τόσο μεγάλο βαθμό, ώστε είναι πολύ πιθανή η εμφάνιση μιας σειράς σοβαρών νοσημάτων.
  • Με τη λήψη της κατάλληλης θεραπείας, η πλειοψηφία των ανθρώπων που ζουν με HIV δεν αναπτύσσουν ποτέ AIDS.

Το AIDS (Acquired Immune Deficiency Syndrome / Σύνδρομο Επίκτητης Ανοσοανεπάρκειας) είναι ένα κλινικό σύνδρομο, το οποίο εμφανίζεται σε ανθρώπους με ιδιαίτερα αποδυναμωμένο ανοσοποιητικό σύστημα εξαιτίας της χρόνιας λοίμωξης με τον ιό HIV και εφόσον δε λαμβάνεται συστηματικά η κατάλληλη θεραπεία. Με άλλα λόγια, το AIDS αποτελεί το τελευταίο στάδιο στην εξέλιξη της λοίμωξης HIV, όπου, ακριβώς εξαιτίας της σοβαρής ανοσοανεπάρκειας, το άτομο καθίσταται ιδιαίτερα ευάλωτο σε ένα μεγάλο εύρος λοιμώξεων και άλλων νοσημάτων [1,2].

Συχνά, οι όροι HIV και AIDS συγχέονται και λανθασμένα χρησιμοποιούνται ως ταυτόσημοι. Αν και σαφώς σχετίζονται μεταξύ τους, στην πραγματικότητα αναφέρονται σε δύο αρκετά διαφορετικά πράγματα. Ο HIV είναι ένας ιός που προκαλεί μια σοβαρή λοίμωξη στον ανθρώπινο οργανισμό, η οποία έχει σαν αποτέλεσμα τη σταδιακή αποδυνάμωση του ανοσοποιητικού συστήματος. Το AIDS, από την άλλη, είναι ένα κλινικό σύνδρομο, το οποίο αναπτύσσεται σε σχετικά μεγάλο βάθος χρόνου και εφόσον δε λαμβάνεται συστηματικά η κατάλληλα θεραπεία, οπότε η βλάβη που σταδιακά επέρχεται στο ανοσοποιητικό σύστημα εξαιτίας της χρόνιας λοίμωξης με τον HIV είναι τόσο σοβαρή, ώστε το άτομο καθίσταται ευάλωτο σε ένα εύρος σοβαρών και απειλητικών για τη ζωή του ασθενειών. Έτσι, εκφράσεις όπως «κόλλησε AIDS» ή «φορέας του AIDS» θα πρέπει να αποφεύγονται, καθώς, όχι μόνο είναι λανθασμένες, αλλά και αναπαράγουν αρνητικά στερεότυπα για τους ανθρώπους που ζουν με HIV. Στην πραγματικότητα, εδώ και δύο περίπου δεκαετίας, η πλειοψηφία των ανθρώπων που είναι θετικοί στον HIV δεν εμφανίζουν AIDS, χάρη στις σύγχρονες θεραπευτικές δυνατότητες (βλ. Τι είναι τα αντιρετροϊκά φάρμακα;) [3].

Μια αναλυτικότερη επεξήγηση του όρου «Σύνδρομο Επίκτητης Ανοσοανεπάρκειας» έχει ως εξής:

  • Σύνδρομο: το AIDS δεν αποτελεί μια νόσο με συγκεκριμένα, ειδικά κλινικά χαρακτηριστικά, αλλά μπορεί να εκδηλωθεί με ένα εύρος συμπτωμάτων και ασθενειών, τα οποία διαφέρουν πολύ από άτομο σε άτομο.
  • Επίκτητης: το AIDS δεν είναι ένα κληρονομικό νόσημα, δεν οφείλεται δηλαδή σε γενετικούς αλλά σε περιβαλλοντικούς παράγοντες και, συγκεκριμένα, στη μόλυνση και την επακόλουθη λοίμωξη από τον ιό HIV, η οποία μπορεί να συμβεί κάποια στιγμή κατά τη διάρκεια της ζωής του ατόμου.
  • Ανοσοανεπάρκειας: κοινό αιτιοπαθολογικό υπόβαθρο του AIDS, με όποιον τρόπο και αν αυτό εκδηλώνεται στον κάθε άνθρωπο, είναι η ανοσοανεπάρκεια, δηλαδή η σοβαρή εξασθένηση του ανοσοποιητικού συστήματος εξαιτίας της χρόνιας λοίμωξης HIV.

 

Η διάγνωση του AIDS

Σύμφωνα με τις ισχύουσες κατευθυντήριες οδηγίες [4], η διάγνωση του AIDS σε έναν άνθρωπο που είναι θετικός στον HIV βασίζεται στην εκτίμηση δύο παραμέτρων:

Η πρώτη παράμετρος αναφέρεται στον αριθμό των Τ4 βοηθητικών λεμφοκυττάρων (ή κυττάρων CD4+στο αίμα, ο οποίος είναι ενδεικτικός της γενικότερης κατάστασης του ανοσοποιητικού μας συστήματος (βλ. Σημαντικές ιατρικές εξετάσεις). Τα Τ4 βοηθητικά λεμφοκύτταρα είναι μια ιδιαίτερα σημαντική ομάδα ανοσοκυττάρων, καθώς είναι αυτά που εκκινούν και ρυθμίζουν την απόκριση των υπολοίπων μηχανισμών του ανοσοποιητικού μας συστήματος κατά την καταπολέμηση μικροοργανισμών και παθογόνων κυττάρων. Αυτή είναι η ομάδα κυττάρων που, κατά κύριο λόγο, προσβάλλει ο HIV, έχοντας ως αποτέλεσμα τη σταδιακή μείωσή τους και, κατά συνέπεια, τη βαθμιαία αποδυνάμωση του ανοσοποιητικού μας συστήματος (βλ. Με ποιον τρόπο ο HIV προσβάλλει το ανοσοποιητικό σύστημα;). Η φυσιολογική τιμή των κυττάρων CD4+ κυμαίνεται από 500 έως 1600 κύτταρα ανά ml αίματος, ενώ το ποσοστό των κυττάρων CD4+ επί του συνόλου των λεμφοκυττάρων κυμαίνεται φυσιολογικά από 30% έως 60%. Όταν ο αριθμός των κυττάρων CD4+ είναι χαμηλότερος των 200 κυττάρων ανά ml αίματος ή όταν το ποσοστό τους είναι χαμηλότερο του 14%, αυτό σημαίνει ότι το ανοσοποιητικό σύστημα έχει υποστεί ιδιαίτερα σημαντική βλάβη [5]. Αυτό και μόνο αρκεί για να διαγνωσθεί ένας άνθρωπος με AIDS.

Η δεύτερη παράμετρος αναφέρεται στην παρουσία ευκαιριακών λοιμώξεων ή συγκεκριμένων νοσημάτων, τα οποία εμφανίζονται μεν σπάνια ή δεν αποτελούν σημαντική απειλή για ανθρώπους με υγιές ανοσοποιητικό σύστημα, είναι όμως πολύ πιθανότερο να παρουσιαστούν σε ανθρώπους με σοβαρή ανοσοανεπάρκεια εξαιτίας της χρόνιας λοίμωξης HIV και να έχουν ιδιαίτερα δυσμενείς επιπτώσεις στην υγεία τους. Στις περισσότερες περιπτώσεις, η παρουσία έστω και ενός από τα παρακάτω νοσήματα αρκεί για να διαγνωσθεί ένας άνθρωπος με AIDS, ακόμη και αν ο αριθμός των κυττάρων CD4+ του είναι μεγαλύτερος των 200 κυττάρων ανά ml αίματος ή το ποσοστό τους υψηλότερο του 14% [4]:

Α. Ευκαιριακές ή καιροσκοπικές λοιμώξεις

  • Καντιντίαση τραχείας, βρόγχων ή πνευμόνων
  • Καντιντίαση οισοφάγου
  • Κοκκιδιοειδομύκωση, διάσπαρτη ή εξωπνευμονική
  • Ιστοπλάσμωση, διάσπαρτη ή εξωπνευμονική
  • Κρυπτοκόκκωση εξωπνευμονική
  • Κρυπτοσποριδίωση ή ισοσποριδίωση με διάρροια διάρκειας μεγαλύτερης του 1 μηνός
  • Πνευμονία από Pneumocystis jiroveci (P. carinii)
  • Εγκεφαλική τοξοπλάσμωση
  • Αμφιβληστροειδίτιδα από μεγαλοκυτταροϊό (CMV)
  • Νόσος από μεγαλοκυτταροϊό (CMV) εκτός ήπατος, σπλήνας ή λεμφαδένων
  • Απλός έρπης: έλκη πάνω από 1 μήνα, βρογχίτιδα, πνευμονίτιδα, οισοφαγίτιδα
  • Προοδευτική πολυεστιακή λευκοεγκεφαλοπάθεια
  • Πνευμονική ή εξωπνευμονική φυματίωση
  • Λοίμωξη από M. avium complex (MAC) ή M. kansasii ή από άλλα ή άτυπα μυκοβακτηρίδια
  • Πνευμονία υποτροπιάζουσα σε διάστημα 12 μηνών
  • Σηψαιμία υποτροπιάζουσα οφειλόμενη σε σαλμονέλα

Β. Άλλα νοσήματα

  • Διηθητικός καρκίνος τραχήλου της μήτρας
  • HIV εγκεφαλοπάθεια (άνοια)
  • Σάρκωμα Kaposi
  • Λέμφωμα Burkitt
  • Ανοσοβλαστικό λέμφωμα
  • Πρωτοπαθές λέμφωμα του εγκεφάλου
  • Σύνδρομο απίσχνασης οφειλόμενο σε HIV

 

  • Ο HIV προσβάλλει, κατά κύριο λόγο, τα Τ4 βοηθητικά λεμφοκύτταρα (ή κύτταρα CD4+), μια ομάδα κυττάρων απολύτως αναγκαία για την εύρυθμη λειτουργία του ανοσοποιητικού μας συστήματος.
  • Όσο ο αριθμός των κυττάρων CD4+ μειώνεται, τόσο το ανοσοποιητικό σύστημα αποδυναμώνεται και, συνεπώς, το άτομο καθίσταται όλο και περισσότερο ευάλωτο σε διάφορες ασθένειες.
  • Η οριστική αντιμετώπιση του HIV είναι ιδιαίτερα δύσκολη, διότι έχει την ικανότητα να ενσωματώνει το γενετικό του υλικό τόσο στα ώριμα, όσο και σε άωρα κύτταρα του ανοσοποιητικού μας συστήματος, δημιουργώντας μια κρυφή «ιική δεξαμενή».

Α. Από τη μόλυνση με τον HIV στη λοίμωξη HIV

 

Ο HIV μπορεί να μεταδοθεί από έναν θετικό στον HIV άνθρωπο σε ένα οροαρνητικό άτομο μέσω συγκεκριμένων σωματικών υγρών, τα οποία περιέχουν επαρκείς, για να προκαλέσουν μια νέα μόλυνση, ποσότητες ιικών σωματιδίων (βλ. Η διαδικασία μετάδοσης του HIV). Αυτά είναι το σπέρμα και τα προ-σπερματικά υγρά (αν πρόκειται για άνδρα), οι κολπικές εκκρίσεις και το μητρικό γάλα (αν πρόκειται για γυναίκα), το αίμα και τα υγρά του πρωκτού. Τα σημεία του σώματος από όπου ο HIV μπορεί να εισέλθει σε έναν άνθρωπο και να προκαλέσει μόλυνση είναι επίσης συγκεκριμένα: εκτεθειμένα τμήματα του κυκλοφορικού συστήματος (οι αρτηρίες, οι φλέβες και τα αγγεία, όπου κυκλοφορεί το αίμα) και οι βλεννογόνοι που καλύπτουν τις εσωτερικές επιφάνειες των γεννητικών οργάνων και του πρωκτού (πολύ πιο σπάνια και ο βλεννογόνος του στόματος και εξαιρετικά σπάνια του ματιού).

Από τη στιγμή που με τον έναν ή τον άλλο τρόπο μεταδοθεί στον οργανισμό ενός ανθρώπου, ο HIV έχει την ικανότητα να διεισδύει σε συγκεκριμένους τύπους κυττάρων του ανοσοποιητικού συστήματος. Όπως συμβαίνει και με όλους τους ιούς, άλλωστε, η επιβίωση και ο πολλαπλασιασμός του HIV εξαρτάται άμεσα από την ικανότητά του να καταλαμβάνει ξένα κύτταρα και να χρησιμοποιεί τους αναπαραγωγικούς τους μηχανισμούς, προκειμένου να παράγει έναν τεράστιο αριθμό αντιγράφων του εαυτού του (βλ. Τι είναι ο HIV;). Τα κύτταρα, λοιπόν, που κατά κύριο λόγο προσβάλλει ο HIV είναι τα Τ4 βοηθητικά λεμφοκύτταρα (γνωστά και ως κύτταρα CD4+), μια ιδιαίτερα σημαντική και απολύτως αναγκαία ομάδα κυττάρων του ανοσοποιητικού συστήματος, καθώς είναι αυτά που εκκινούν και ρυθμίζουν την απόκριση των υπολοίπων μηχανισμών του ανοσοποιητικού μας συστήματος κατά την καταπολέμηση των μικροοργανισμών και παθογόνων κυττάρων που ανιχνεύονται στον οργανισμό μας. Χωρίς τη δράση των Τ4 λεμφοκυττάρων, το ανοσοποιητικό μας σύστημα αδυνατεί να καταπολεμήσει τους παθογόνους μικροοργανισμούς και, κατά συνέπεια, η υγεία μας τίθεται σε κίνδυνο [6].

Όταν σωματίδια του HIV εισέρχονται απευθείας στην αιματική κυκλοφορία (π.χ. κατά τη χρήση μιας μολυσμένης σύριγγας για ενέσιμη χορήγηση εξαρτησιογόνων ουσιών ή κατά τον τραυματισμό με μολυσμένο αιχμηρό αντικείμενο), προσβάλλουν άμεσα τα κύτταρα CD4+ που υπάρχουν στο αίμα. Όταν ο HIV εισέρχεται διαμέσου των βλεννογόνων του πέους, του κόλπου ή του πρωκτού (π.χ. κατά τη σεξουαλική επαφή χωρίς προφυλακτικό), συνήθως προσβάλλει πρώτα μια διαφορετική ομάδα ανοσοκυττάρων, τα λεγόμενα δενδριτικά κύτταρα (ή κύτταρα του Langerhans). Είτε με τον έναν, είτε με τον άλλον τρόπο, ο HIV θα μεταφερθεί τελικά, μέσα σε 3 με 5 ημέρες το πολύ, στους πλησιέστερους λεμφαδένες. Οι λεμφαδένες αποτελούν ιδιαίτερα σημαντικές δομές του ανοσοποιητικού μας συστήματος, κύρια λειτουργία των οποίων είναι ο έλεγχος των σωματικών υγρών για την παρουσία μικροβίων και καρκινικών κυττάρων. Στους λεμφαδένες, ωστόσο, βρίσκεται συγκεντρωμένος πολύ μεγάλος αριθμός Τ4 βοηθητικών λεμφοκυττάρων, γεγονός που τους καθιστά ιδανικό μέρος για την αναπαραγωγή του HIV. Από τη στιγμή που σωματίδια του ιού φτάσουν στους λεμφαδένες, αρχίζει άμεσα η ταχύτατη διαδικασία πολλαπλασιασμού του. Εκατομμύρια νέα ιικά σωματίδια παράγονται κάθε ημέρα, τα οποία μολύνουν νέα κύτταρα CD4+, και ούτω καθεξής. Από τη στιγμή αυτή, ο ιός έχει πλέον εγκατασταθεί στον οργανισμό του ατόμου για όλη την υπόλοιπη ζωή του και η μόλυνση με τον HIV εξελίσσεται σε λοίμωξη [1].

Στο σημείο αυτό, θα πρέπει να τονιστεί μια κρίσιμης σημασίας διαφορά που έχει ο HIV από τους περισσότερους άλλους ιούς, η οποία και καθιστά αδύνατη, με τις έως σήμερα τουλάχιστον διαθέσιμες μεθόδους, την οριστική εξάλειψή του, από τη στιγμή που έχει διεισδύσει στον οργανισμό μας. Ενώ οι περισσότεροι ιοί αρκούνται στο να «παραπλανήσουν» προσωρινά τα κύτταρα που καταλαμβάνουν, αναγκάζοντάς τα να παράγουν νέα ιικά αντίγραφα, ο HIV προχωρά ένα βήμα παραπέρα: ενσωματώνει το γενετικό του υλικό στο DNA των κυττάρων που προσβάλλει. Αυτό σημαίνει ότι τα προσβεβλημένα κύτταρα, για το υπόλοιπο της ζωής τους, μετατρέπονται σε εν δυνάμει εργοστάσια παραγωγής νέων σωματιδίων του HIV. Έως σήμερα, δεν υπάρχει κανένας τρόπος που να επιτρέπει την αφαίρεση του ιικού DNA από το γονιδίωμα των προσβεβλημένων κυττάρων. Επιπλέον, ο HIV προσβάλλει όχι μόνο τα ώριμα και ενεργά Τ4 λεμφοκύτταρα, αλλά και αυτά που είναι άωρα και αδρανή και μπορεί να παραμένουν σε αυτή την ανενεργό κατάσταση για αρκετά χρόνια. Όταν, ωστόσο, ωριμάσουν και ενεργοποιηθούν, θα αρχίσουν και αυτά να παράγουν ιικά αντίγραφα. Έτσι, ο HIV δημιουργεί μια ιική «δεξαμενή», όπως ονομάζεται, της οποίας ο εντοπισμός κι η εξάλειψη είναι, έως σήμερα, αδύνατη (ωστόσο, τα τελευταία χρόνια σημειώνονται σημαντικά βήματα προς αυτή την κατεύθυνση) [2]. Για αυτόν ακριβώς τον λόγο, η θεραπεία για τον HIV με αντιρετροϊκά φάρμακα είναι αναγκαστικά μια δια βίου θεραπεία (βλ. Τι είναι τα αντιρετροϊκά φάρμακα;). Εάν αυτή διακοπεί, ο ιός αρχίζει πολύ γρήγορα να πολλαπλασιάζεται και πάλι.

 

Β. Από τη λοίμωξη HIV στο AIDS

 

Η σοβαρότερη μακροπρόθεσμη επίπτωση της λοίμωξης με τον HIV, εάν δε λαμβάνεται συστηματικά η κατάλληλη θεραπεία, είναι η μαζική καταστροφή των Τ4 βοηθητικών λεμφοκυττάρων, γεγονός που καθιστά το ανοσοποιητικό σύστημα ανεπαρκές (ανοσοανεπάρκεια) και δημιουργεί μεγάλους κινδύνους για την υγεία μας. Μέχρι και λίγα χρόνια πριν, θεωρούταν ότι η καταστροφή των κυττάρων CD4ήταν άμεσο αποτέλεσμα της προσβολής τους από τον ιό. Νεότερες έρευνες, ωστόσο, έχουν δείξει ότι, στην πραγματικότητα, μόνο το 5-10% των κατεστραμμένων κυττάρων έχουν προσβληθεί από τον HIV [7,8,9,]. Η καταστροφή του υπολοίπου 90-95% των CD4+ κυττάρων οφείλεται στην εκτεταμένη πυροδότηση ενός μηχανισμού «προγραμματισμένου κυτταρικού θανάτου» (απόπτωση), κατά τον οποίο τα κύτταρα, προσπαθώντας να αποφύγουν την προσβολή τους από τον ιό και την επέκταση της λοίμωξης, αυτοκαταστρέφονται.

Πρόκειται, ωστόσο, για μια αρκετά αργή διαδικασία (βλ. Τα στάδια εξέλιξης της λοίμωξης HIV). Τις πρώτες εβδομάδες μετά τη μετάδοση του HIV, καθώς το ανοσοποιητικό μας σύστημα δεν είναι προετοιμασμένο για την αντιμετώπιση του ιού, παρατηρείται μια ραγδαία πτώση στον αριθμό των κυττάρων CD4+ και ένας ταχύτατος ρυθμός αναπαραγωγής του ιού. Ήδη από τις πρώτες εβδομάδες, ωστόσο, κινητοποιούνται διάφοροι ανοσολογικοί μηχανισμοί (π.χ. παραγωγή αντισωμάτων κατά του HIV), οι οποίοι κατορθώνουν να περιορίσουν τη λοίμωξη σε σημαντικό βαθμό: ο αριθμός των κυττάρων CD4 αυξάνεται και ο ρυθμός αναπαραγωγής του ιού μειώνεται σημαντικά [2]. Η ανάσχεση όμως αυτή του ιού είναι μερική και προσωρινή. Εάν δε λαμβάνεται συστηματικά αντιρετροϊκή αγωγή (βλ. Τι είναι τα αντιρετροϊκά φάρμακα;), η βλάβη του ανοσοποιητικού συστήματος, αν και με πιο αργό ρυθμό, συνεχίζεται. Η διαδικασία αυτή θα διαρκέσει αρκετά χρόνια, όμως, από ένα σημείο και μετά, το ανοσοποιητικό σύστημα έχει πλέον υποστεί τόσο μεγάλη ζημία, ώστε αδυνατεί να διαφυλάξει την υγεία του ατόμου, με αποτέλεσμα αυτό να καθίσταται ευάλωτο σε διάφορες σοβαρές και απειλητικές για τη ζωή ευκαιριακές λοιμώξεις και άλλα νοσήματα. Όταν συμβεί αυτό, θεωρείται ότι η λοίμωξη HIV έχει πλέον εξελιχθεί σε AIDS (βλ. Τι είναι το AIDS;).

 

  • Περίπου 2-4 εβδομάδες μετά τη μετάδοση του HIV, πολλοί άνθρωποι εμφανίζουν συμπτώματα παρόμοια με αυτά μιας απλής γρίπης, τα οποία υποχωρούν συνήθως από μόνα τους (οξεία λοίμωξη HIV ή πρωτολοίμωξη).
  • Περίπου 6-8 εβδομάδες μετά τη μετάδοση, εμφανίζονται στο αίμα αντισώματα κατά του HIV (ορομετατροπή), που μπορούν να ανιχνευθούν με τους διαθέσιμους εργαστηριακούς ελέγχους.
  • Ακολουθεί μια μακρά περίοδος (μέσης διάρκειας 5-7 ετών), όπου το άτομο δεν εμφανίζει κανένα σύμπτωμα και ο μόνος τρόπος για να καταλάβει ότι έχει τον HIV είναι η ειδική εξέταση (ασυμπτωματική λοίμωξη HIV).
  • Όταν το ανοσοποιητικό σύστημα έχει υποστεί αρκετά σοβαρή ζημιά (<500 CD4/mm3), το άτομο γίνεται ευάλωτο σε μια σειρά σχετικά ήπιων νοσημάτων (συμπτωματική λοίμωξη HIV).
  • Όταν το ανοσοποιητικό σύστημα έχει υποστεί πολύ σοβαρή ζημιά (<200 CD4/mm3), το άτομο γίνεται ευάλωτο σε μια σειρά σοβαρών και απειλητικών για τη ζωή του ασθενειών. Στο σημείο αυτό, θεωρείται πως το άτομο έχει αναπτύξει AIDS.

Εάν δε λαμβάνεται η κατάλληλη θεραπεία, η λοίμωξη HIV εξελίσσεται ακολουθώντας τρία διακριτά στάδια: από τη σύντομη οξεία λοίμωξη HIV σε μια αρκετά μακρά ασυμπτωματική περίοδο, και από αυτήν στο Σύνδρομο Επίκτητης Ανοσολογικής Ανεπάρκειας ή AIDS [4,5]. Κάθε στάδιο χαρακτηρίζεται από μια συγκεκριμένη κλινική εικόνα, η οποία περιγράφεται λεπτομερώς παρακάτω. Αυτό που συνδέει και τις τρεις φάσεις εξέλιξης, ωστόσο, είναι η βαθμιαία μείωση των κυττάρων CD4+και, κατά συνέπεια, η όλο και μεγαλύτερη αποδυνάμωση του ανοσοποιητικού συστήματος (βλ. Εικόνα 3).

Η οριστική θεραπεία της λοίμωξης HIV δεν είναι, έως σήμερα, δυνατή. Χάρη όμως στα σύγχρονα αντιρετροϊκά φάρμακα (βλ. Τι είναι τα αντιρετροϊκά φάρμακα;), είναι δυνατό να κατασταλεί η αναπαραγωγή του ιού και η αποδυνάμωση του ανοσοποιητικού συστήματος, και άρα, η εξέλιξη της ασυμπτωματικής λοίμωξης HIV σε AIDS. Σήμερα, οι περισσότεροι άνθρωποι που ζουν με τον HIV δεν εμφανίζουν AIDS [3].

 

Εικόνα 3. Διάγραμμα των κύριων φάσεων της HIV λοίμωξης

Εικόνα 3. Διάγραμμα των κύριων φάσεων εξέλιξης της λοίμωξης HIV εφόσον δε λαμβάνεται θεραπεία (πηγή: https://commons.wikimedia.org/w/index.php?curid=23183493)

 

(α) Οξεία ή πρωτογενής λοίμωξη HIV (ή πρωτολοίμωξη)

 

Το στάδιο της οξείας λοίμωξης HIV περιλαμβάνει το διάστημα από την αρχική μετάδοση του ιού (μόλυνση), έως την παραγωγή αντισωμάτων κατά του HIV από το ανοσοποιητικό μας σύστημα (διαδικασία που ονομάζεται «ορομετατροπή»), τα οποία είναι δυνατόν να ανιχνευθούν με τους διαθέσιμους εργαστηριακούς ελέγχους (βλ. Εξέταση για τον HIV). Το ανοσοποιητικό σύστημα χρειάζεται από 1 έως 3 μήνες (κατά μέσο όρο 6 – 8 εβδομάδες), προκειμένου να παράγει ανιχνεύσιμες ποσότητες αντισωμάτων κατά του HIV.

Κατά τις πρώτες 3-5 ημέρες μετά τη μετάδοση, ο HIV μεταφέρεται από το σημείο της αρχικής μόλυνσης (π.χ. από το βλεννογόνο του κόλπου ή του πέους, αν η μετάδοση έγινε σεξουαλικά) προς τους πλησιέστερους λεμφαδένες. Εκεί, στη συνέχεια, ο ιός πολλαπλασιάζεται ταχύτατα προσβάλλοντας όλο και περισσότερα κύτταρα CD4+, εφόσον δεν έχει ακόμη οργανωθεί η αντίδραση του ανοσοποιητικού μας συστήματος. Έτσι, κατά την περίοδο της πρωτολοίμωξης, παρατηρείται μια ραγδαία μείωση των κυττάρων CD4+, καθώς και μια αντίστοιχα μεγάλη αύξηση του ιικού φορτίου (βλ. Εικόνα 3). Το τελευταίο σημαίνει ότι, κατά την περίοδο αυτή, όπου το άτομο είναι μάλλον απίθανο να γνωρίζει ότι έχει προσβληθεί από τον HIV, είναι και πιθανότερο να μεταδώσει τον ιό, αν εμπλέκεται σε συμπεριφορές υψηλού ρίσκου (όσο υψηλότερο το ιικό φορτίο, τόσο πιθανότερη η μετάδοση του ιού).

Συνήθως, 2 με 4 εβδομάδες μετά την έκθεση του ατόμου στον HIV, εμφανίζονται διάφορα συμπτώματα (βλ. Εικόνα 4), τα οποία, ωστόσο, είναι «μη ειδικά», είναι δηλαδή παρόμοια με τα συμπτώματα πολλών άλλων κοινών ασθενειών, όπως η γρίπη, ώστε είναι αδύνατο να βασιστεί η διάγνωση της λοίμωξης HIV σε αυτά και μόνο, χωρίς δηλαδή την πραγματοποίηση ειδικότερων εξετάσεων. Άλλωστε, το 30% περίπου των ανθρώπων δε θα εμφανίσουν συμπτώματα ή αυτά θα είναι τόσο ήπια, ώστε είναι πολύ πιθανό να τα αγνοήσουν. Στα συνηθέστερα συμπτώματα, κατά το στάδιο της οξείας λοίμωξης HIV, περιλαμβάνονται:

  • πυρετός
  • αίσθηση γενικής αδυναμίας και κόπωσης
  • εξανθήματα στον κορμό και τα άκρα
  • πρησμένοι λεμφαδένες
  • πόνος στο λαιμό, το κεφάλι, τους μυς και τις αρθρώσεις
  • ναυτία, έμετοι, διάρροια, νυχτερινές εφιδρώσεις

Κατά κανόνα, τα συμπτώματα αυτά υποχωρούν από μόνα τους μέσα σε 2 περίπου εβδομάδες και το άτομο επανέρχεται στην πρότερη κατάσταση της υγείας του [6]. Σε πολύ σπάνιες περιπτώσεις, τα συμπτώματα μπορεί να είναι εντονότερα και να έχουν μεγαλύτερη διάρκεια, οπότε είναι πιθανό να χρειαστεί νοσηλεία.

 

Εικόνα 4. Κύρια συμπτώματα της οξείας HIV λοίμωξης

Εικόνα 4. Κύρια συμπτώματα της οξείας λοίμωξης HIV (πηγή: https://commons.wikimedia.org/w/index.php?curid=23025579)

 

(β) Ασυμπτωματική (ή κλινικά λανθάνουσα) περίοδος

 

Η ασυμπτωματική ή λανθάνουσα περίοδος ξεκινά με την παραγωγή ανιχνεύσιμης ποσότητας αντισωμάτων κατά του HIV από το ανοσοποιητικό μας σύστημα, κατά μέσο όρο 6 με 8 εβδομάδες μετά τη μετάδοση του ιού (ορομετατροπή). Η οργάνωση της αντίδρασης του ανοσοποιητικού συστήματος έχει σαν αποτέλεσμα τον περιορισμό της οξείας αρχικής λοίμωξης. Μέσα σε μερικές εβδομάδες, το ιικό φορτίο πέφτει σε σχετικά χαμηλά επίπεδα και διατηρείται λίγο πολύ σταθερό για κάποια χρόνια, ενώ και ο αριθμός των κυττάρων CD4+ ανακάμπτει ως ένα βαθμό. Το σημείο σταθεροποίησης του ιικού φορτίου κατά την έναρξη της λανθάνουσας περιόδου (set point) θεωρείται σημαντικός προγνωστικός παράγοντας: όσο χαμηλότερο είναι, τόσο πιο αργή θα είναι η εξέλιξη της λοίμωξης HIV σε AIDS, αν δε λαμβάνεται θεραπεία [5]. Έτσι, για αρκετά συνήθως χρόνια, οι άνθρωποι με HIV δεν εμφανίζουν κανένα σύμπτωμα και αισθάνονται γενικά καλά στην υγεία τους. Ο μόνος τρόπος για να καταλάβουν ότι έχουν προσβληθεί από τον HIV είναι να κάνουν κάποια ειδική εξέταση ανίχνευσης βιολογικών δεικτών του ιού στο αίμα (βλ. Εξέταση για τον HIV).

Ωστόσο, χωρίς την κατάλληλη θεραπευτική αγωγή, ο HIV συνεχίζει να προκαλεί με αργό ρυθμό τη σταδιακή απώλεια των κυττάρων CD4+. Όταν η τιμή αυτών φτάσει σε τιμές χαμηλότερες των 500 κυττάρων CD4+ ανά ml αίματος, το άτομο γίνεται ευάλωτο σε μια σειρά σχετικά ήπιων λοιμώξεων και λοιπών ασθενειών (το στάδιο αυτό αναφέρεται ορισμένες φορές ως «συμπτωματική λοίμωξη HIV»). Αυτό συμβαίνει κατά μέσο όρο 5 – 7 χρόνια (με σημαντική διακύμανση από άτομο σε άτομο) μετά την αρχική λοίμωξη, εάν δε λαμβάνεται συστηματικά αντιρετροϊκή αγωγή [6]. Οι ασθένειες αυτές υποδηλώνουν μεν βλάβη του ανοσοποιητικού συστήματος, δεν αποτελούν, ωστόσο, διαγνωστικά κριτήρια για το AIDS. Σε αυτές περιλαμβάνονται [4]:

  • Βακτηριδιακή αγγειομάτωση
  • Στοματοφαρυγγική ή αιδοιοκολπική καντιντίαση
  • Φλεγμονώδης νόσος πυέλου
  • Έρπης ζωστήρας
  • Λιστερίωση
  • Δυσπλασία ή in situ καρκίνωμα τραχήλου της μήτρας
  • Γενική συμπτωματολογία (π.χ. επίμονος πυρετός ή διάρροια)
  • Τριχωτή λευκοπλακία στόματος
  • Ιδιοπαθής θρομβοπενική πορφύρα
  • Περιφερική νευροπάθεια

 

(γ) Σύνδρομο Επίκτητης Ανοσοανεπάρκειας (AIDS)

 

Το Σύνδρομο Επίκτητης Ανοσοανεπάρκειας ή AIDS είναι το τελευταίο στάδιο εξέλιξης της λοίμωξης HIV, εφόσον δε λαμβάνεται συστηματικά αντιρετροϊκή αγωγή. Στο στάδιο αυτό, η βλάβη που έχει επέλθει στο ανοσοποιητικό σύστημα είναι τόσο μεγάλη, ώστε είναι πολύ πιθανό να παρουσιαστούν διάφορες σοβαρές και απειλητικές για τη ζωή ευκαιριακές λοιμώξεις ή λοιπά νοσήματα, τα οποία, υπό κανονικές συνθήκες, παρουσιάζονται σπάνια ή δε θέτουν την υγεία μας σε σοβαρό κίνδυνο.

Η διάγνωση του AIDS σε έναν θετικό στον HIV άνθρωπο γίνεται: (α) εάν ο αριθμός των κυττάρων CD4+ του είναι χαμηλότερος των 200 CD4+ ανά ml αίματος, ή (β) εάν παρουσιάσει κάποιο από τα παρακάτω νοσήματα [4]:

Α. Ευκαιριακές ή καιροσκοπικές λοιμώξεις

  • Καντιντίαση τραχείας, βρόγχων ή πνευμόνων
  • Καντιντίαση οισοφάγου
  • Κοκκιδιοειδομύκωση, διάσπαρτη ή εξωπνευμονική
  • Ιστοπλάσμωση, διάσπαρτη ή εξωπνευμονική
  • Κρυπτοκόκκωση εξωπνευμονική
  • Κρυπτοσποριδίωση ή ισοσποριδίωση με διάρροια διάρκειας μεγαλύτερης του 1 μηνός
  • Πνευμονία από Pneumocystis jiroveci (P. carinii)
  • Εγκεφαλική τοξοπλάσμωση
  • Αμφιβληστροειδίτιδα από μεγαλοκυτταροϊό (CMV)
  • Νόσος από μεγαλοκυτταροϊό (CMV) εκτός ήπατος, σπλήνας ή λεμφαδένων
  • Απλός έρπης: έλκη πάνω από 1 μήνα, βρογχίτιδα, πνευμονίτιδα, οισοφαγίτιδα
  • Προοδευτική πολυεστιακή λευκοεγκεφαλοπάθεια
  • Πνευμονική ή εξωπνευμονική φυματίωση
  • Λοίμωξη από M. avium complex (MAC) ή M. kansasii ή από άλλα ή άτυπα μυκοβακτηρίδια
  • Πνευμονία υποτροπιάζουσα σε διάστημα 12 μηνών
  • Σηψαιμία υποτροπιάζουσα οφειλόμενη σε σαλμονέλα

Β. Άλλα νοσήματα

  • Διηθητικός καρκίνος τραχήλου της μήτρας
  • HIV εγκεφαλοπάθεια (άνοια)
  • Σάρκωμα Kaposi
  • Λέμφωμα Burkitt
  • Ανοσοβλαστικό λέμφωμα
  • Πρωτοπαθές λέμφωμα του εγκεφάλου
  • Σύνδρομο απίσχνασης οφειλόμενο σε HIV
  • Εδώ και αρκετά χρόνια, χάρη στη διάθεση και εξέλιξη της αντιρετροϊκής θεραπείας, η λοίμωξη HIV θεωρείται ένα χρόνιο αλλά μη θανατηφόρο και διαχειρίσμο νόσημα.
  • Το προσδόκιμο ζωής των ανθρώπων που ζουν με HIV προσεγγίζει αυτό του γενικού πληθυσμού, εφόσον λαμβάνουν συστηματικά αντιρετροϊκή αγωγή και φροντίζουν γενικά την υγεία τους.
  • Πέρα από τη σωστή λήψη της αντιρετροϊκής θεραπείας, υπάρχουν πολλά πράγματα που ένας άνθρωπος που ζει με HIV μπορεί να κάνει για να φροντίζει την υγεία του.

Κατά τη δεκαετία του ’80 και ως τα μέσα περίπου της δεκαετίας του ’90, το HIV/AIDS αποτελούσε μια από τις συχνότερες αιτίες θανάτου του ενήλικου πληθυσμού σε πάρα πολλές χώρες του κόσμου. Χωρίς να υπάρχει καμία αποτελεσματική θεραπευτική μέθοδος, η πρόγνωση ήταν ιδιαίτερα αρνητική: οι περισσότεροι άνθρωποι έχαναν τη ζωή τους μέσα σε μήνες ή λίγα χρόνια μετά τη διάγνωσή τους με AIDS. Η ραγδαία παγκόσμια εξάπλωση του HIV/AIDS, ο αυξανόμενος αριθμός θανάτων και η αρχική αδυναμία της ιατρικής κοινότητας να αντιτάξει κάποια ελπιδοφόρα θεραπευτική πρόταση συνετέλεσαν στο να καθιερωθεί το AIDS στη συνείδηση του κόσμου, κατά την πρώτη αυτή περίοδο, ως μια δεινή και θανάσιμη ασθένεια (βλ. 1981 – 1994: Από την αδράνεια στον μαζικό πανικό).

Η κατάσταση σήμερα είναι εντελώς διαφορετική. Ήδη από το 1995, διατέθηκαν τα πρώτα  αντιρετροϊκά φάρμακα (βλ. Τι είναι τα αντιρετροϊκά φάρμακα;) και σχετικές κλινικές έρευνες έδειξαν την αποτελεσματικότητα της συνδυαστικής αντιρετροϊκής θεραπείας στην καθυστέρηση της εξέλιξης της λοίμωξης HIV σε AIDS και στη μείωση των αντίστοιχων θανάτων. Η πρόοδος που ακολούθησε τα επόμενα χρόνια δεν έχει προηγούμενο σε όλη την ιστορία της ιατρικής: μέσα σε λίγα χρόνια, μία από τις πλέον τρομακτικές και θανάσιμες ασθένειες μετατράπηκε σε ένα χρόνιο μεν, αλλά μη θανατηφόροκαι διαχειρίσιμο νόσημα (βλ. 1995 και εξής: Η εποχή της HAART). Η εξέλιξη αυτή οφείλεται στην κατασκευή και διάθεση όλο και πιο αποτελεσματικών αντιρετροϊκών φαρμάκων, τα οποία καταστέλλουν δραστικά τον πολλαπλασιασμό του ιού στο σώμα και δίνουν την ευκαιρία στο ανοσοποιητικό σύστημα να ανακάμψει σε μεγάλο βαθμό. Σήμερα, οι περισσότεροι ειδικοί στον χώρο του HIV/AIDS συμφωνούν στο ότι, με την ορθή και συστηματική λήψη της κατάλληλης αντιρετροϊκής αγωγής σε συνδυασμό με τη γενικότερη φροντίδα της υγείας τους, οι άνθρωποι που ζουν με τον HIV μπορούν να αναμένουν ότι θα ζήσουν περίπου όσο και ο υπόλοιπος πληθυσμός [10,13]. Εκτιμάται, δηλαδή, ότι ένας όλο και μεγαλύτερος αριθμός ανθρώπων θα πεθάνει με τον HIV, όχι όμως εξαιτίας του HIV (βλ. Εικόνα 5).

Εικόνα 5. Μείωση των σχετιζόμενων με τον HIV θανάτων σε σχέση με την αύξηση διαθεσιμότητας της αντιρετροϊκής αγωγής (παγκόσμια δεδομένα)

Εικόνα 5. Μείωση των σχετιζόμενων με τον HIV θανάτων σε σχέση με την αύξηση διαθεσιμότητας της αντιρετροϊκής αγωγής (παγκόσμια δεδομένα) (πηγή: GARPR 2016; UNAIDS estimates)

 

Σε μια από τις σημαντικότερες σχετικές έρευνες [12], έχει υπολογιστεί ότι οι άνθρωποι που ζουν με τον HIV και λαμβάνουν συστηματικά θεραπεία μπορούν να αναμένουν ότι θα ζήσουν πέρα από τα 60 έτη, έως και τη δεκαετία των 70, προσεγγίζοντας το προσδόκιμο ζωής του υπόλοιπου πληθυσμού (σύμφωνα με την πιο πρόσφατη έκθεση του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας [11], το προσδόκιμο ζωής στην Ευρώπη είναι κατά μέσο όρο στα 81 έτη για τις γυναίκες και στα 75 έτη για τους άνδρες). Βέβαια, το προσδόκιμο ζωής μπορεί να εκτιμηθεί μόνο κατά μέσο όρο, παρατηρώντας δηλαδή τι συμβαίνει σε μεγάλες και αντιπροσωπευτικές ομάδες του πληθυσμού. Η διάρκεια ζωής του κάθε συγκεκριμένου ανθρώπου εξαρτάται από έναν τεράστιο αριθμό παραγόντων, τυχαίων ή συστηματικών, και η λοίμωξη HIV, μολονότι σημαντικός, είναι μόνο ένας από αυτούς. Επομένως, οι παραπάνω αριθμοί δείχνουν τη γενική τάση και σε καμία περίπτωση δεν προβλέπουν τι πρόκειται να συμβεί σε ένα συγκεκριμένο άτομο.

Από εκεί και πέρα, το προσδόκιμο ζωής, ειδικά των ανθρώπων που ζουν με HIV, έχει φανεί ότι επηρεάζεται από μια σειρά παραγόντων [12], οι κυριότεροι εκ των οποίων είναι:

  • Ο αριθμός των κυττάρων CD4+ και το ιικό φορτίο κατά την έναρξη της θεραπείας
  • Η ηλικία κατά την έναρξη της θεραπείας
  • Το φύλο
  • Η εμφάνιση κάποιας σοβαρής και σχετιζόμενης με τον HIV ασθένειας πριν την έναρξη της θεραπείας
  • Η συλλοίμωξη με τον ιό της ηπατίτιδας B ή C
  • Η ενέσιμη χρήση εξαρτησιογόνων ουσιών
  • Η παρουσία άλλης νόσου, μη σχετιζόμενης με τον HIV, όπως καρδιαγγειακά νοσήματα, καρκίνος και διαταραχές του ήπατος.

Παρόλη την εκπληκτική πρόοδο που έχει συντελεστεί τις τελευταίες δύο δεκαετίες στην αντιμετώπιση της λοίμωξης HIV, δε θα πρέπει να αγνοείται το γεγονός ότι η εμπειρία μας σε σχέση με το HIV/AIDS και τη θεραπευτική του αντιμετώπιση είναι χρονικά περιορισμένη. Το HIV/AIDS είναι γνωστό εδώ και 35 χρόνια, ενώ η αντιρετροϊκή αγωγή χορηγείται εδώ και περίπου 20 χρόνια. Κατά συνέπεια, οι μακροπρόθεσμες συνέπειες, τόσο της λοίμωξης HIV, όσο και της δια βίου καθημερινής λήψης αντιρετροϊκών φαρμάκων, έχουν γίνει μόνο εν μέρει ορατές. Αυτό που είναι ήδη γνωστό, πάντως, είναι ότι σε αρκετούς ανθρώπους η χρόνια λήψη αντιρετροϊκής αγωγής είναι πιθανό να προκαλέσει λιγότερο ή περισσότερο σοβαρά προβλήματα υγείας, όπως μεταβολικές διαταραχές, καρδιαγγειακά νοσήματα, προβλήματα στα νεφρά ή στο ήπαρ, νευροπάθειες και οστεοπόρωση [5] (βλ. Πιθανές παρενέργειες της αντιρετροϊκής αγωγής).

Αυτός είναι ένας επιπρόσθετος λόγος, για τον οποίο οι άνθρωποι που ζουν με τον HIV θα πρέπει να φροντίζουν συστηματικά και καθημερινά την υγεία τους, ώστε να μεγιστοποιήσουν την πιθανότητα να ζήσουν μια μακρά, ποιοτική και υγιή ζωή. Υπάρχουν πολλά πράγματα που ένας άνθρωπος που ζει με HIV ή και AIDS μπορεί να κάνει για να βελτιώσει την υγεία του, όπως:

  • Να πραγματοποιεί τακτικούς ιατρικούς ελέγχους (check-up)
  • Να λαμβάνει συστηματικά και σωστά την αντιρετροϊκή του αγωγή
  • Να αποφεύγει μια πιθανή συλλοίμωξη με τον ιό της ηπατίτιδας B ή C
  • Να μην καπνίζει και να κρατά περιορισμένη την κατανάλωση αλκοόλ
  • Να μην κάνει χρήση ψυχοτρόπων ουσιών
  • Να έχει μια υγιεινή, ισορροπημένη διατροφή
  • Να ασκείται τακτικά
  • Να φροντίζει την ψυχική του υγεία